
Η Λουκία, μικρή κοπελίτσα εννιά χρονών, στο χωράφι μαζί με άλλες κοπέλες μια ηλιόλουστη ημέρα του Ιουνίου. Χαρά Θεού η φύση. Η άνοιξη μόλις έχει ξεκινήσει εδώ. Και αυτές μοιράζονται με αγάπη ένα καρβέλι ψωμί κάτω μια καρυδιά... Και ξαφνικά τα Γερμανικά αεροπλάνα και μετά θεού χαλασμός... Πού να φυλαχτείς και από τί να πρωτοφυλαχτείς; Από το καυτό μολύβι που πέφτει από τον ουρανό ή από τα βράχια που τινάζονται; Και έπειτα όλα σταματούν ... έτσι ξαφνικά, όπως ξεκίνησαν. Νεκρική ησυχία. Μόνο οι σπαρακτικές της φωνές ακούγονται «το πόδι μου, το πόδι μου με καίει»... και οι φίλες της.. καμιά να μην αποκρίνεται ... πεσμένες κάτω κοιμούνται ένα αφύσικο ύπνο ... τον αιώνιο ύπνο...
Πόση ώρα πέρασε έτσι; ούτε κι αυτή θυμάται …μα να ο μεγάλος της αδελφός ο Νίκος. Δέκα πέντε χρονών παλικάρι, την έχει τυλίξει σε κουβέρτα, την έβαλε στον ώμο του και τρέχει, τρέχει, πετάει... και το αίμα να κυλά ασταμάτητα.
Κάποτε θα φτάσουν στο πρόχειρο Νοσοκομείο της Αγγλικής αποστολής, θα γίνει επίδεση και μετά αναμονή με ελπίδες.
Αλλά το αριστερό πόδι μέρα με την ημέρα χειροτερεύει, γίνεται όλο και πιό μαύρο Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια. Θα πρέπει να κοπεί στο γόνατο. Και ο τραγικός πατέρας να διαμαρτύρεται: «Δεν μπορείτε να κόψετε το πόδι του παιδιού μου. Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος. Πώς θα συντηρώ ανάπηρο κορίτσι, πώς θα το παντρέψω…».
H συνέχεια εδώ: http://rodonone.blogspot.com/2011/05/blog-post.html
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου